- ἀρτίζω
- ἀρτίζωget readypres subj act 1st sgἀρτίζωget readypres ind act 1st sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
αρτίζω — ἀρτίζω (Α) παρασκευάζω, ετοιμάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρτι, αν δεν πρόκειται για παράλληλο μορφολογικό σχηματισμό του αρτέομαι* «ετοιμάζομαι» (πρβλ. κομίζω κομώ, αιτίζω αιτώ)] … Dictionary of Greek
ἠρτισμένα — ἀρτίζω get ready perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἠρτισμένᾱ , ἀρτίζω get ready perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) ἠρτισμένᾱ , ἀρτίζω get ready perf part mp fem nom/voc sg (attic… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτίζει — ἀρτίζω get ready pres ind mp 2nd sg ἀρτίζω get ready pres ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτίσαι — ἀρτίζω get ready aor inf act ἀρτίσαῑ , ἀρτίζω get ready aor opt act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτιζόμενοι — ἀρτίζω get ready pres part mp masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτιζόμενος — ἀρτίζω get ready pres part mp masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτισάμενος — ἀρτίζω get ready aor part mid masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτίζεσθαι — ἀρτίζω get ready pres inf mp … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτίσασθαι — ἀρτίζω get ready aor inf mid … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἄρτισον — ἀρτίζω get ready aor imperat act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)